Γλωσσάριο παιδαγωγικών όρων

Στο γλωσσάριό μας μπορείτε να ανατρέξετε σε όρους τους οποίους ενδεχομένως δεν γνωρίζετε ή για τους οποίους δεν είστε σίγουροι. Οι παραπομπές που θα συναντήσετε θα είναι τις περισσότερες φορές στα αγγλικά, αλλά ενδέχεται να βρείτε και ορισμένες πηγές στη γλώσσα της χώρας σας. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν αυτόν τον κατάλογο για να αντλήσουν ιδέες που θα εφαρμόσουν στη διδασκαλία τους.

 

Η αθροιστική αξιολόγηση είναι η αξιολόγηση των επιτευγμάτων των εκπαιδευόμενων στο τέλος ενός εξαμήνου, σταδίου, κύκλου μαθημάτων ή προγράμματος, η οποία περιλαμβάνει συνήθως, αν και όχι απαραιτήτως, επίσημες δοκιμασίες ή εξετάσεις. Η αθροιστική αξιολόγηση χρησιμοποιείται συνήθως για την κατάταξη, βαθμολόγηση και/ή προαγωγή των μαθητών στο επόμενο επίπεδο και για σκοπούς πιστοποίησης (Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης, UNESCO).

Η αλληλοαξιολόγηση είναι η αξιολόγηση της δουλειάς των εκπαιδευόμενων από άλλους εκπαιδευόμενους (Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης, ΟΥΝΕΣΚΟ).

Η αξιολόγηση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας η πρόοδος και τα επιτεύγματα ενός ή περισσότερων μαθητών μετρώνται ή κρίνονται με βάση συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια (Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης, ΟΥΝΕΣΚΟ).

Η ασύγχρονη μάθηση (προέρχεται από το στερητικό α και το επίθετο σύγχρονος) αναφέρεται σε μια μαθητοκεντρική μαθησιακή προσέγγιση στην οποία ο εκπαιδευτικός και ο μαθητής δεν αλληλεπιδρούν στον ίδιο τόπο ούτε στον ίδιο χρόνο. Σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον, η ασύγχρονη μάθηση παρέχει ευελιξία ώστε οι συμμετέχοντες μαθητές σε μια διαδικτυακή αίθουσα διδασκαλίας να λαμβάνουν μέρος σε μαθησιακές δραστηριότητες οι οποίες δεν απαιτούν τη συμμετοχή τους σε συζητήσεις ταυτόχρονα με όλους τους άλλους. Αναφέρεται επίσης ως διαδικτυακή μάθηση στο πλαίσιο μαθησιακής προσέγγισης βάσει ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατά την οποία μαθητές σε ξεχωριστές γεωγραφικές περιοχές αλληλεπιδρούν σε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου (Carr, 2012). Η ασύγχρονη μάθηση μπορεί να συμβάλλει στο να διατηρείται το ενδιαφέρον τον μαθητών.

 

Η έννοια της αυτενέργειας των μαθητών βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι μαθητές έχουν την ικανότητα και τη βούληση να επηρεάσουν θετικά τη δική τους ζωή και τον κόσμο γύρω τους. Η αυτενέργεια των μαθητών ορίζεται ως η ικανότητα στοχοθεσίας, αναστοχασμού και υπεύθυνης δράσης για την πραγματοποίηση αλλαγών (ΟΟΣΑ, 2019). 

Η αυτοαξιολόγηση είναι η αξιολόγηση με την οποία ο μαθητής συλλέγει πληροφορίες και αναστοχάζεται σχετικά με τη μάθησή του, κρίνει τον βαθμό στον οποίο αυτή αντικατοπτρίζει ρητά διατυπωμένους στόχους ή κριτήρια, εντοπίζει δυνατά σημεία και αδυναμίες και αναθεωρεί αναλόγως. Πρόκειται για την προσωπική αξιολόγηση του εκπαιδευόμενου σχετικά με την πρόοδό του όσον αφορά γνώσεις, δεξιότητες, διαδικασίες και στάσεις (Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης, ΟΥΝΕΣΚΟ, Προσαρμόστηκε από: Υπουργείο Παιδείας του Οντάριο 2002). 

Η αυτορρυθμιζόμενη μάθηση εστιάζει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι εκπαιδευόμενοι στον καθορισμό των ατομικών τους στόχων και στρατηγικών, προσεγγίζοντας ενεργητικά τον υπό εξέλιξη σχεδιασμό και την εκτέλεση εργασιών, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζουν και να αναστοχάζονται την κατανοήσή τους και τον αντίκτυπό της παράλληλα με τη μαθησιακή δραστηριότητα. Ο Zimmerman (2002) υποστήριξε ότι η αυτορρυθμιζόμενη μάθηση δεν εξαρτάται απλώς από την εις βάθος γνώση συγκεκριμένων δεξιοτήτων, αλλά προϋποθέτει αυτοπαρακίνηση, αυτεπίγνωση και συμπεριφορικές δεξιότητες για την αποτελεσματική αξιοποίηση αυτής της γνώσης (Triquet, Peeters & Lombaerts, 2017).

Οι εκπαιδευτικοί χρησιμοποιούν συστήματα απόκρισης των μαθητών (π.χ. τηλεχειριστήρια ή τα έξυπνα κινητά των μαθητών) για να αξιολογήσουν γρήγορα τι έχουν καταλάβει οι μαθητές, να δώσουν καθοδήγηση και να αποφασίσουν τις επόμενες ενέργειες κατά τις συζητήσεις στην τάξη (π.χ. λογισμικό Mentimeter). Μέσω μηνυμάτων κειμένου, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δημιουργούν ερωτήσεις πολλαπλών επιλογών ή ερωτήσεις πιο ελεύθερης και σύντομης ανάπτυξης (Thomas και McGee, 2012).

Η διαλειτουργικότητα είναι η ικανότητα δύο ή περισσότερων συστημάτων ή δομικών στοιχείων συστημάτων να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που έχουν ανταλλαχθεί (Geraci, 1991, στο: Data Interoperability, Candela, Pagano & Castelli, 2013). Η διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφορετικών εκπαιδευτικών εργαλείων μπορεί να συμβάλλει στην εξατομίκευση ψηφιακών περιβαλλόντων μάθησης για τους μαθητές, για παράδειγμα, διευκολύνοντας τον διαμοιρασμό δεδομένων αξιολόγησης (Jakimoski, 2016).

Η διαμορφωτική αξιολόγηση (ή αξιολόγηση για τη μάθηση) δεν είναι μια συγκεκριμένη πρακτική, αλλά μια προσέγγιση για τη διδασκαλία και τη μάθηση. Μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια εννοιολογική προσέγγιση —μια δυναμική διαδικασία την οποία οι εκπαιδευτικοί προσαρμόζουν ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες (Clark, 2010). Οι Black και Wiliam (2010) ορίζουν τη διαμορφωτική αξιολόγηση ως «…όλες τις δραστηριότητες που αναλαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί —και οι μαθητές όταν αυτοαξιολογούνται— οι οποίες παρέχουν πληροφορίες που θα χρησιμοποιηθούν ως ανατροφοδότηση για την τροποποίηση των δραστηριοτήτων διδασκαλίας και μάθησης. Μια τέτοια αξιολόγηση καθίσταται διαμορφωτική όταν τα τεκμήρια χρησιμοποιούνται πράγματι για την προσαρμογή της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών» (Wiliam, 2011).

Οι εννοιολογικοί χάρτες (π.χ. Coggle, Mindmup) μπορούν να συμβάλλουν στην αξιολόγηση των ζητημάτων που αντιμετωπίζουν οι μαθητές μέσω της οπτικοποίησης και της αναπαράστασης γνώσεων (Novak, Godwin και Johansen, 1983). Οι εννοιολογικοί χάρτες αποτελούνται από γραφήματα με κόμβους και γραμμές με ετικέτες που αναπαριστούν όρους και έννοιες σε συγκεκριμένο τομέα και χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση σημαντικών πτυχών της δηλωτικής γνώσης ενός ατόμου (Fitzpatrick & Zizzi, 2014). Οι Martindale και Collins (2007) υποστήριξαν ότι η εννοιολογική χαρτογράφηση υποστηρίζει την οπτικοποίηση των σχέσεων μεταξύ εννοιών, ιδεών, εικόνων και λέξεων (Huang, Tu, Wang, Chen, Yu & Chou, 2017). 

Η ενοποιημένη εκμάθηση περιεχομένου και γλώσσας (CLIL) αναφέρεται συνήθως ως «εκπαιδευτική προσέγγιση με διττό εστιασμένο στόχο», η οποία συνδυάζει το περιεχόμενο με τη γλώσσα (Coyle, Hood και Marsh 2010). Στόχος της CLIL είναι να αναπτύξει την ικανότητα των μαθητών να χρησιμοποιούν μια ξένη γλώσσα διευκολύνοντάς τους παράλληλα να μάθουν ένα γνωστικό αντικείμενο (Kampen, Admiraal & Berry, 2018).

Η εξατομικευμένη μάθηση είναι η διδασκαλία και η μάθηση που έχουν σχεδιαστεί ώστε να ανταποκρίνονται στις ατομικές ανάγκες, στα ενδιαφέροντα και στις προτιμήσεις των εκπαιδευόμενων που λαμβάνουν ενεργά μέρος στον σχεδιασμό της μάθησής τους, π.χ. καθορισμός μαθησιακών στόχων, αυτοαξιολόγηση μάθησης (Bray & McClaskey, 2013).

Το ηλεκτρονικό σχολικό βιβλίο είναι μια πλατφόρμα μάθησης που ενσωματώνει τεχνολογίες ηλεκτρονικής μάθησης και ηλεκτρονικής εκδοτικής. Περιέχει δυναμικό και διαδραστικό υλικό κατανόησης γραπτού λόγου και λειτουργίες όπως μια διεπαφή για μαθησιακές δραστηριότητες μεταξύ εκπαιδευόμενων που είναι μέλη μιας κοινότητας μάθησης. Οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να επεξεργάζονται και να εξατομικεύουν το δικό τους κείμενο συντάσσοντας σημειώσεις, εισάγοντας επισημάνσεις και συνδυάζοντας σχετικές ενότητες βάσει της κατανόησής τους και της πρότερης γνώσης τους (Gu, Wu & Xu, 2014).

Το ηλεκτρονικό χαρτοφυλάκιο/το ψηφιακό ημερολόγιο (π.χ. OneNote, Mahara) είναι πλατφόρμες υποστήριξης της εξατομικευμένης μάθησης (Looney, 2019). Στην εκπαίδευση, το χαρτοφυλάκιο αναφέρεται σε μια συλλογή εγγράφων που περιγράφουν τη μαθησιακή διαδικασία. Μπορεί να χρησιμοποιείται για την αποθήκευση της δουλειάς των εκπαιδευόμενων, την καταγραφή επιτευγμάτων, ως αξιολόγηση της μάθησης και για τη μάθηση, για την παρακολούθηση της προόδου των εκπαιδευόμενων, για σκοπούς παρουσίασης και μάρκετινγκ ή για την κινητικότητα μεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (Softic et al., 2013).

Η κινητή μάθηση περιλαμβάνει ορισμένες δυνατότητες εφαρμογών Web 2.0 (πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω έξυπνου τηλεφώνου και ταμπλέτας), καθώς και δυνατότητες αποστολής μηνυμάτων κειμένου και εργαλεία για τη λήψη φωτογραφιών και την πραγματοποίηση ηχογραφήσεων με σκοπό την υποστήριξη πολυμεσικής αξιολόγησης (π.χ. Math4Mobile, Milage+). Η κινητή μάθηση παρέχει εξ ορισμού δυνατότητες μάθησης «οποτεδήποτε και οπουδήποτε» Looney, 2019, σ. 32). Κάτι τέτοιο μπορεί να περιλαμβάνει δυνατότητες εμπλαισιωμένης μάθησης ή άμεσης πρόσβασης σε εργαλεία μελέτης και δυνατότητες αλληλεπίδρασης με συμμαθητές και/ή λήψης αυτοματοποιημένης ανατροφοδότησης. Η κινητή μάθηση μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας ώστε να ανταποκρίνεται σε ποικίλες ανάγκες των μαθητών (Thomas και McGee, 2012).

Ο πίνακας εποπτείας/τα εργαλεία παρακολούθησης παρέχουν μια επισκόπηση επιλεγμένων μετρικών και δεικτών (Edmodo). Οι πίνακες παρέχουν επίσης μια εικόνα των επιδόσεων ενός οργανισμού ή συστήματος σε πραγματικό χρόνο και κατ’ επέκταση μπορούν να χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη της διεργασίας αυτοστιγμεί (Education Analytics White paper, 2017).

Μια πλατφόρμα ή ένα λογισμικό επικοινωνίας παρέχει απομακρυσμένη πρόσβαση σε συστήματα και τη δυνατότητα ανταλλαγής αρχείων και μηνυμάτων σε μορφή κειμένου, ήχου και βίντεο (π.χ. MS Teams). Περιλαμβάνει εξομοιωτές τερματικού, προγράμματα μεταφοράς αρχείων, προγράμματα συνομιλίας και αποστολής άμεσων μηνυμάτων και παρόμοιες λειτουργίες ενσωματωμένες σε τομείς πολλαπλών χρηστών, MUD) (Βικιπαίδεια).

Η προστασία δεδομένων αναφέρεται στις στρατηγικές και στις διαδικασίες που μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη διασφάλιση της ιδιωτικότητας, της διαθεσιμότητας και της ακεραιότητας των δεδομένων ενός προσώπου (Ευρωπαϊκή Επιτροπή).

Οι ρουμπρίκες (στην αξιολόγηση) είναι εργαλεία βαθμολόγησης που περιέχουν κριτήρια επιδόσεων και μια κλίμακα επιδόσεων, όπου όλοι οι βαθμοί περιγράφονται και ορίζονται. Οι ρουμπρίκες είναι ειδικές κατευθυντήριες γραμμές με κριτήρια για την αξιολόγηση της ποιότητας της εργασίας των εκπαιδευόμενων, συνήθως βάσει μιας κλίμακας βαθμολογίας. Οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να χρησιμοποιούν ρουμπρίκες για να κρίνουν, να επεξεργαστούν και να βελτιώσουν τη δική τους δουλειά. Οι ρουμπρίκες μπορούν να αποτελούν μέρος του εθνικού αναλυτικού προγράμματος ή της διδακτέας ύλης ή να παρέχονται σε ξεχωριστό έγγραφο. (Προσαρμόστηκε από: ΟΟΣΑ 2013). Μια ρουμπρίκα αποτελείται συνήθως από δύο συνιστώσες —τα κριτήρια και τα επίπεδα επιδόσεων. Για κάθε κριτήριο, ο αξιολογητής που εφαρμόζει τη ρουμπρίκα μπορεί να καθορίσει σε ποιον βαθμό ανταποκρίθηκε ο εκπαιδευόμενος στο κριτήριο, δηλαδή το επίπεδο επιδόσεων. Ορισμένες φορές οι ρουμπρίκες μπορούν να περιλαμβάνουν παραμέτρους που περιγράφουν τι αναμένεται από τους εκπαιδευόμενους σε κάθε επίπεδο επιδόσεων για κάθε κριτήριο. Η αναλυτική ρουμπρίκα είναι διαρθρωμένη σε επίπεδα επιδόσεων για κάθε κριτήριο ώστε ο αξιολογητής να αξιολογεί τις επιδόσεις του εκπαιδευόμενου με βάση κάθε κριτήριο. Η ολιστική ρουμπρίκα δεν περιλαμβάνει ξεχωριστά επίπεδα επιδόσεων για κάθε κριτήριο. Αντ’ αυτών, προσδιορίζει ένα επίπεδο απόδοσης αξιολογώντας την απόδοση με βάση ένα σύνολο πολλαπλών κριτηρίων (Διεθνές Γραφείο Εκπαίδευσης, ΟΥΝΕΣΚΟ).

Η συνεργατική μάθηση είναι μια διαδικασία διαδραστικής μάθησης και ομαδικής οικοδόμησης γνώσης (Scott, 2015). Στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η παραδοχή ότι οι άνθρωποι δημιουργούν μαζί νόημα και ότι η διαδικασία αυτή τους εμπλουτίζει (Matthews, 1996, στο: Davidson & Major, 2014).

Το συνεργατικό λογισμικό (π.χ. Google Docs, Padlet), το οποίο αναφέρεται επίσης ως πλατφόρμες συνεργασίας, συστήματα υποστήριξης ομάδων εργασίας ή συστήματα υποστήριξης ομάδων) είναι λογισμικό που έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει ανθρώπους που εκτελούν μαζί μια εργασία με συγχρονισμένο ή ασύγχρονο τρόπο. Συνδέεται συνήθως με τη συνεργατική διαδικτυακή εργασία (Chichernea, 2012).

Ένα σύστημα διαχείρισης μάθησης είναι μια εφαρμογή λογισμικού για τη δημιουργία, τη διαχείριση, την τεκμηρίωση, την παρακολούθηση, την αναφορά, την αυτοματοποίηση και την παράδοση μαθημάτων, προγραμμάτων κατάρτισης ή προγραμμάτων μάθησης και ανάπτυξης (Wikipedia).

Τα ψηφιακά εκπαιδευτικά παιχνίδια αναφέρονται σε παιχνίδια μέσω υπολογιστή ή διαδικτυακά παιχνίδια που χρησιμοποιούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς (Chung & Wu, 2011). Τα ψηφιακά εκπαιδευτικά παιχνίδια μπορούν να βοηθήσουν τους μαθητές να μάθουν με αυτοκατευθυνόμενο τρόπο και αναπτύξουν θετική στάση απέναντι στη μάθηση (βλ. Bertram, 2020).

Η ψηφιακή αφήγηση σύμφωνα με τους Sylvester και Greenidge (2009) συμπεριλαμβάνει οτιδήποτε παρέχει στους εκπαιδευόμενους τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν την ψηφιακή τεχνολογία για να δημιουργήσουν μια αφήγηση. Μπορεί να υποστηρίξει τη μάθηση σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων του γραμματισμού (και του ψηφιακού γραμματισμού), των φυσικών επιστημών, των μαθηματικών κ.λπ. (Kim, Park και Baek, 2011, Starčic et al., 2016).

Η ψηφιακή διαμορφωτική αξιολόγηση (ΨΔΑ) περιλαμβάνει όλες τις δυνατότητες του ψηφιακού περιβάλλοντος μάθησης που υποστηρίζουν την αξιολόγηση της προόδου των μαθητών και παρέχουν πληροφορίες που θα χρησιμοποιηθούν ως ανατροφοδότηση για την τροποποίηση των δραστηριοτήτων διδασκαλίας και μάθησης στις οποίες συμμετέχουν οι μαθητές. Η αξιολόγηση καθίσταται «διαμορφωτική» όταν οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές χρησιμοποιούν αποδεικτικά στοιχεία μάθησης για να προσαρμόσουν τα επόμενα βήματα της μαθησιακής διαδικασίας (Looney, 2019, σ.11 της βιβλιογραφικής ανασκόπησης: Ο προτεινόμενος ορισμός εργασίας της ΨΔΑ βασίζεται στον ορισμό της διαμορφωτικής αξιολόγησης από τους Black και Wiliam το 2010, ο οποίος τροποποιήθηκε για να αντικατοπτριστεί το ψηφιακό πλαίσιο).

Το ψηφιακό περιβάλλον μάθησης (π.χ. LAMS) αναφέρεται στη χρήση ψηφιακών πλατφορμών και εργαλείων για την οργάνωση των στόχων μάθησης και του περιεχομένου, την καθοδήγηση και τον καθορισμό της αλληλουχίας των δραστηριοτήτων και την εκμαίευση αποδεικτικών στοιχείων για την κατανόηση. Μπορεί να περιλαμβάνει έναν συνδυασμό τεχνολογιών, καθώς και αλληλεπιδράσεις πρόσωπο με πρόσωπο (Looney, 2019).