Εκπαιδευτική τεχνολογία στα φινλανδικά ενιαία σχολεία

Όταν οι φινλανδικές δημοτικές αρχές αγοράζουν νέα ψηφιακά εκπαιδευτικά εργαλεία, επιτρέπουν στους εκπαιδευτικούς να συμμετέχουν στην επιλογή των προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται ότι τα προϊόντα ευθυγραμμίζονται με τις ανάγκες των εκπαιδευτικών.

Περίληψη

Τα ενιαία σχολεία στη Φινλανδία συνδέονται με τους φινλανδικούς δήμους. Αυτό προσδίδει σημαντική δυναμική όταν τα σχολεία εφαρμόζουν νέες εκπαιδευτικές τεχνολογίες. Οι φινλανδικοί δήμοι είναι υπεύθυνοι για την αγορά νέων εκπαιδευτικών προϊόντων, αλλά και για τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πραγματοποιώντας έρευνα σχετικά με τις ανάγκες και τις εμπειρίες τους ως χρήστες. Το ViLLE είναι ένα παράδειγμα ψηφιακής πλατφόρμας που είναι δημοφιλής στα φινλανδικά ενιαία σχολεία. Η υπόθεση του ViLLE αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η συμμετοχή εκπαιδευτικών και μαθητών στη διαδικασία δοκιμής του εργαλείου για τη διασφάλιση της επιτυχούς εφαρμογής οποιασδήποτε εκπαιδευτικής τεχνολογίας.

Source: Olga Yastremska, New Africa, Africa Studio - Adobe Stock

Μπορείτε να κατεβάσετε αυτό το άρθρο σε μορφή PDF εδώ.

 

Οι φινλανδικοί δήμοι είναι πάροχοι βασικής εκπαίδευσης

Τα ενιαία σχολεία στη Φινλανδία έχουν περίπου 554.000 μαθητές ηλικίας 7 έως 16 ετών, οι οποίοι ταξινομούνται σε 9 βαθμίδες. Η ενιαία υποχρεωτική βασική εκπαίδευση στη Φινλανδία περιλαμβάνει το δημοτικό σχολείο (1η έως 6η τάξη) και την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (1η έως 3η τάξη του γυμνασίου). Υπάρχουν περίπου 2.300 σχολεία, 27.000 εκπαιδευτικοί και διευθυντές σχολείων. Περίπου το 95% των εκπαιδευτικών είναι κάτοχοι πτυχίου Master of Arts (MA). 

Οι φινλανδικές δημοτικές αρχές είναι υπεύθυνες για την οργάνωση και την παροχή της βασικής εκπαίδευσης. Στη Φινλανδία, το 2021, υπάρχουν 309 δήμοι. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, οι δήμοι είναι αυτόνομοι, αλλά ελέγχονται από την περιφερειακή διοίκηση, που λειτουργεί ως κρατική ρυθμιστική αρχή. Οι δήμοι προσφέρουν πολλές από τις λεγόμενες κρατικές υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, όπως δωρεάν εκπαίδευση και δημόσια υγειονομική περίθαλψη χαμηλού κόστους, δημόσιες βιβλιοθήκες και πολλά άλλα. Το κράτος χρηματοδοτεί πολλές από τις βασικές υπηρεσίες του δήμου μέσω της κοινής φορολογίας, ωστόσο οι δήμοι έχουν και δικά τους φορολογικά έσοδα. Το 2023, όλες οι υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης θα υπαχθούν σε ένα νέο επίπεδο χάραξης περιφερειακής πολιτικής, αφήνοντας έτσι την εκπαίδευση ως την κύρια υπηρεσία που παρέχουν οι φινλανδικοί δήμοι.

Στη Φινλανδία, αναφορικά με την ανάπτυξη του σχολείου, τους πόρους, τα κεφάλαια, τις πολιτικές και ούτω καθεξής, πρέπει να εξετάσουμε πιο διεξοδικά πώς λειτουργούν οι δήμοι και πώς λειτουργεί η δημόσια εκπαίδευση. Αν και το κράτος χρηματοδοτεί την εκπαίδευση και συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης και του προγράμματος σπουδών, οι δήμοι είναι αυτόνομοι ως προς τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν την εκπαίδευση και τους πόρους που χρησιμοποιούν (φυσικά, σύμφωνα με τη νομοθεσία και εν τέλει το σύνταγμα της Φινλανδίας, π.χ. η βασική εκπαίδευση παραμένει υποχρεωτική και δωρεάν). 

Το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων, τα δημοτικά συμβούλια και οι εκπρόσωποί τους από διαφορετικά κόμματα, αποφασίζουν για τον προϋπολογισμό των δήμων. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες στον τρόπο και στους πόρους με τους οποίους οργανώνονται τα σχολεία, συμπεριλαμβανομένων της εκπαιδευτικής τεχνολογίας και του προσωπικού. 

Σε επίπεδο δήμου, ανάλογα με το μέγεθος του δήμου, υπάρχει συνήθως ένα τμήμα ή γραφείο εκπαίδευσης που είναι αρμόδιο για τη διαχείριση της εκπαίδευσης. Το μέγεθος των δήμων ποικίλλει αρκετά, από τη φινλανδική πρωτεύουσα του Ελσίνκι (με 657.674 δημότες, περίπου 50.000 μαθητές βασικής εκπαίδευσης) έως τη μικρή πόλη Luhanka (699 δημότες, περίπου 100 μαθητές βασικής εκπαίδευσης). Οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες διαθέτουν, επίσης, προσωπικό αρμόδιο για τη χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση. Τα τμήματα αυτά συνεργάζονται στενά με άλλα τμήματα, όπως το τμήμα πληροφορικής που διαχειρίζεται το οικοσύστημα και την υποδομή πληροφορικής του δήμου. Σε πολλούς δήμους, αυτά τα δύο τμήματα αποφασίζουν τι υπηρεσίες πληροφορικής θα χρησιμοποιηθούν στα σχολεία. Είναι, επίσης, υπεύθυνα για την διά βίου κατάρτιση και την πιλοτική εφαρμογή νέων πρακτικών.

Οι φινλανδικοί δήμοι προσφέρουν καλές υπηρεσίες πληροφορικής. Σπάνια χρειάζεται σήμερα να επισκεφθεί κανείς κάποια υπηρεσία υποστήριξης ή να κλείσει ραντεβού στον οδοντίατρο ή να ανανεώσει τον δανεισμό ενός βιβλίου πηγαίνοντας στη βιβλιοθήκη. Αυτή η νοοτροπία της απρόσκοπτης εξυπηρέτησης από τις υποδομές πληροφορικής έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του '90, συνεχίζεται μέχρι σήμερα και συνδέεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι η Φινλανδία είναι μια αρκετά αγροτική χώρα και η ψηφιοποίηση θεωρήθηκε η λύση για την παροχή ισότιμης πρόσβασης στις υπηρεσίες και στη γνώση για όλους. 
Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα σχολεία, καθώς οι υπηρεσίες πληροφορικής προσφέρονται σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς της εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, το σύστημα διαχείρισης μαθητών που ονομάζεται Wilma είναι ένα λογισμικό που βασίζεται στο διαδίκτυο και σε εφαρμογές, ώστε να λειτουργεί ως ένα απλό σημείο αναφοράς για τους γονείς κατά την αλληλεπίδρασή τους με το σχολείο, τη λήψη πληροφοριών σχετικά με την πρόοδο της μάθησης των παιδιών και τη λήψη σημαντικών μηνυμάτων καθημερινά. Διαθέτει, επίσης, μια διαφορετική διεπαφή για τους εκπαιδευτικούς, που τη χρησιμοποιούν για την καταχώριση βαθμολογιών, προσχεδίων πιστοποιητικών και διοικητικών στοιχείων, όπως οι απουσίες των μαθητών.

Δεδομένου ότι τα σχολεία αντιπροσωπεύουν την πόλη και τη δημόσια αρχή, συνήθως δεν μπορούν να λάβουν αποφάσεις αγοράς χωρίς ανοικτό διαγωνισμό για παρόχους και προμηθευτές. Έτσι διασφαλίζεται ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ των προμηθευτών και ότι η προσφορά πληροί συγκεκριμένα κριτήρια. Η διαδικασία είναι διαφανής, αποφεύγοντας έτσι τυχόν κινδύνους κατάχρησης ή διαφθοράς. Στους περισσότερους δήμους, πριν από την επένδυση σε εκπαιδευτικά τεχνολογικά μέσα, ένα σχολείο πρέπει αρχικά να συμβουλευτεί το εκπαιδευτικό του τμήμα.
Σημειώστε ότι πολλοί δήμοι έχουν δικές τους μοναδικές διαδικασίες για την εφαρμογή τεχνολογικών μέσων, οι οποίες ενδέχεται να διαφέρουν από αυτές που παρουσιάζονται εδώ. Ωστόσο, όλοι οι δήμοι πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αγορές πραγματοποιούνται με νόμιμο τρόπο και ότι η διαδικασία είναι δίκαιη και διαφανής. 

Παλαιότερα, οι δήμοι επένδυαν σε εκπαιδευτική τεχνολογία ακολουθώντας κατά κανόνα μια διαδικασία από την κορυφή προς τη βάση. Χωρίς την οπτική των εκπαιδευτικών, αυτό κάποιες φορές είχε ως αποτέλεσμα να γίνονται αγορές που βασίζονταν πρωτίστως σε τεχνικές ικανότητες, ενώ παραλείποντας οι παιδαγωγικές πτυχές. 

Ωστόσο, σύντομα κατέστη προφανές ότι αν δεν συμβάλλουν οι εκπαιδευτικοί στην λήψη αποφάσεων για το τι είδους τεχνολογία θα αγοραστεί, ήταν λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιηθούν στην πράξη αυτά τα νέα εργαλεία. Πώς να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές, δηλαδή αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς θα χρησιμοποιηθεί η τεχνολογία στην τάξη; 

Ένας τρόπος μπορεί να είναι η συλλογή δεδομένων από τους εκπαιδευτικούς (π.χ. μέσω ερωτηματολογίων). Ο επικεφαλής του σχολείου μπορεί να βοηθήσει στη συλλογή αυτών των δεδομένων, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για μια γρήγορη θεματική ανάλυση από το τμήμα εκπαίδευσης του δήμου. Ο δήμος μπορεί, επίσης, να λάβει αποφάσεις βάσει στοιχείων που έχουν συλλεχθεί από διδάσκοντες εκπαιδευτικών. Στη Φινλανδία, τα σχολεία διαθέτουν έναν διδάσκοντα εκπαιδευτικών σε κάθε σχολείο, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παιδαγωγική ανάπτυξη του σχολείου και είναι καλά ενημερωμένος για τις εκπαιδευτικές τεχνολογίες. Φυσικά, το τμήμα εκπαίδευσης συμβουλεύεται, επίσης, το τμήμα πληροφορικής του δήμου, διότι τα νέα λογισμικά και οι συσκευές πρέπει να αντιστοιχούν στην υποδομή πληροφορικής του δήμου. 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι συμμετοχής των εκπαιδευτικών και των μαθητών στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις αγορές εκπαιδευτικών τεχνολογιών. Ωστόσο, το σωστό θα ήταν να τυποποιηθεί αυτή η διαδικασία και να κληθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και οι προμηθευτές να συμμετέχουν ουσιαστικά σε αυτήν. 

Η πόλη του Ελσίνκι υιοθέτησε έναν ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίο τόσο οι εκπαιδευτικοί όσο και οι μαθητές συμμετέχουν στην επιλογή και την αγορά νέων εκπαιδευτικών τεχνολογιών, εξακολουθώντας, ωστόσο, να ενεργούν με νόμιμο τρόπο. Από τότε που το Ελσίνκι εισήγαγε αυτή τη νέα διαδικασία, πολλές άλλες μεγάλες πόλεις υιοθέτησαν, επίσης, παρόμοιες διαδικασίες. Η βασική ιδέα είναι να δημιουργηθεί μια λίστα προκλήσεων που καθορίζονται από τις ομάδες εκπαιδευτικών. 

Για παράδειγμα, ορισμένοι εκπαιδευτικοί σε ένα σχολείο μπορεί να αναφέρουν ότι χρειάζονται μια ψηφιακή λύση για να διευκολυνθεί η διαμορφωτική αξιολόγηση. Οι εκπαιδευτικοί αυτοί αναμένεται να καθορίσουν ορισμένα κριτήρια. Για παράδειγμα, ότι τα προϊόντα θα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα υποστηρικτικό ενημερωτικό σύστημα ανάλυσης μάθησης για τον εκπαιδευτικό, ένα ενδιαφέρον περιβάλλον εργασίας χρήστη, θα πρέπει να υποστηρίζουν οποιαδήποτε συσκευή κ.λπ. Στη συνέχεια, το τμήμα εκπαίδευσης θα συντάξει μια επίσημη ανακοίνωση ή «πρόσκληση για ιδέες» και την απευθύνει σε προμηθευτές, νεοφυείς επιχειρήσεις (start-up) και πιο καθιερωμένες εταιρείες για να προτείνουν λύσεις για την εκπλήρωση αυτών των κριτηρίων. 

Μετά την επίσημη πρόσκληση, οι προμηθευτές εκθέτουν τις ιδέες τους, προσχέδια προϊόντων και εκδόσεις beta στην ομάδα εκπαιδευτικών. Στη συνέχεια, η ομάδα αποφασίζει για τον(τους) προμηθευτή(-ές) που θα επιλεγεί(-ούν) για την ανάπτυξη του προϊόντος σε συνεργασία με τα σχολεία. Σε αυτό το πιλοτικό στάδιο, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές μπορούν να συμμετέχουν σε διάφορους κύκλους ανάπτυξης προϊόντων, διασφαλίζοντας έτσι ότι όποιος και αν είναι ο σχεδιασμός και το πρόγραμμα που θα αναπτυχθεί από τον προμηθευτή, θα ανταποκρίνεται πράγματι στις απαιτήσεις του τελικού χρήστη, δηλαδή στις ανάγκες των μαθητών και των εκπαιδευτικών.

Εν ολίγοις, όταν οι προμηθευτές συμβουλεύονται τους τελικούς χρήστες (π.χ. εκπαιδευτικούς, μαθητές) κατά την ανάπτυξη προϊόντων σε πρώιμο στάδιο, τα προϊόντα θα γίνουν αποδεκτά από περισσότερους εκπαιδευτικούς και μαθητές.

 

Έρευνα – Σχολεία ως οργανισμοί μάθησης

Οι Kools, et al. (2020, στα αγγλικά) εξετάζουν τα βασικά χαρακτηριστικά των σχολείων ως οργανισμών μάθησης. Από τα αποτελέσματα μιας έρευνας που διεξήχθη στην Ουαλία (Ηνωμένο Βασίλειο), σε 1.703 υπαλλήλους σχολείων, διαπιστώθηκε ότι ένα τέτοιο σχολείο χαρακτηρίζεται από οκτώ διαστάσεις:

  1. Ένα κοινό όραμα με επίκεντρο τη μάθηση όλων των μαθητών
  2. Συνεργάτες που υποστηρίζουν το σχολικό όραμα
  3. Ευκαιρίες συνεχιζόμενης μάθησης
  4. Ομαδική εκπαίδευση και συνεργασία
  5. Μια νοοτροπία έρευνας, καινοτομίας και διερεύνησης
  6. Συστήματα συλλογής και ανταλλαγής γνώσεων και μάθησης
  7. Μάθηση με και από το εξωτερικό περιβάλλον
  8. Μοντελοποίηση της ηγεσίας στη μάθηση.

Η έρευνα αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κλίμακα για την καθοδήγηση του προσωπικού του σχολείου, της τοπικής κοινότητας, καθώς και της περιφερειακής διοίκησης, που επιθυμούν να εντοπίσουν τα δυνατά σημεία και τους τομείς που χρήζουν βελτίωσης στα σχολεία τους και να αναπτύξουν οποιαδήποτε πτυχή, συμπεριλαμβανομένης της ψηφιακής αξιολόγησης.

Τα φινλανδικά σχολεία κατάφεραν να παράσχουν εκπαίδευση υπό δύσκολες συνθήκες λόγω της πανδημίας COVID-19. Δεδομένου ότι οι δήμοι είχαν επενδύσει στην ψηφιοποίηση, τα σχολεία διέθεταν αρκετά περιβάλλοντα ψηφιακής μάθησης που είχαν δημιουργηθεί πριν από την πανδημία COVID-19. Ένα από αυτά τα περιβάλλοντα ψηφιακής μάθησης ήταν το ViLLE, το οποίο οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές χρησιμοποίησαν ευρέως κατά την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, αξιοποιώντας τις δυνατότητες διαμορφωτικής αξιολόγησης που προσφέρει αυτό το ψηφιακό εργαλείο. 

Το ViLLE είναι μια πλατφόρμα ψηφιακής μάθησης που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία προσαρμόσιμων εκπαιδευτικών εργασιών με τη μορφή ψηφιακών παιχνιδιών και καθορισμένων αυτοματοποιημένων σχολίων. Η δημοτικότητα της πλατφόρμας σημείωσε νέα ύψη την άνοιξη του 2020, όταν η πανδημία COVID-19 έπληξε σοβαρά τον εκπαιδευτικό τομέα, ωθώντας τα σχολεία σε μεθόδους εξ αποστάσεως εκπαίδευσης σε παγκόσμιο επίπεδο. 

Οι εκπαιδευτικοί μπορούν απλώς να αρχίσουν να χρησιμοποιούν το ViLLE στη λεγόμενη λειτουργία περιβάλλοντος προστατευμένης εκτέλεσης, όπου μπορούν να δοκιμάσουν διάφορες λειτουργίες και το πώς λειτουργεί το εκπαιδευτικό υλικό στο ViLLE. Μετά τις αρχικές δοκιμές, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να δημιουργήσουν μια εικονική τάξη, να προσκαλέσουν μαθητές να συμμετάσχουν στην τάξη και να δημιουργήσουν εκπαιδευτικές εργασίες για τους μαθητές. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιούν έτοιμο εκπαιδευτικό υλικό που έχει δημιουργηθεί από άλλους χρήστες του ViLLE για τα μαθηματικά, το προγραμματισμό, τη φινλανδική γλώσσα και τα αγγλικά.

Η δοκιμή νέου λογισμικού για εκμάθηση μπορεί να προσφέρει στον τελικό χρήστη μια επισκόπηση του τρόπου που λειτουργεί το περιβάλλον γενικά. Ωστόσο, η εισαγωγή νέων εκπαιδευτικών τεχνολογιών και η χρήση τους από τους εκπαιδευτικούς σε καθημερινή βάση απαιτεί μια πολύπλευρη κατάρτιση. Θα πρέπει, επίσης, να διασφαλιστεί ότι οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι συμμετέχουν και εισακούγονται τα ερωτήματα και οι ανησυχίες τους σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας. Ως εκ τούτου, προσφέρεται κατάρτιση για εκπαιδευτικούς, επειδή δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί εξοικειωμένοι με τα προσαρμόσιμα μαθησιακά περιβάλλοντα, ούτε γνωρίζουν όλοι πώς να δημιουργήσουν εικονικές τάξεις ή πώς να πραγματοποιήσουν ψηφιακή αξιολόγηση. Για το ViLLE, η φινλανδική εταιρεία Eduten ή οι τοπικοί εκπαιδευτικοί που έχουν άδεια διδάσκοντα εκπαιδευτικών στη χρήση του συστήματος ViLLE, προσφέρουν κατάρτιση στους εκπαιδευτικούς. 

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, το ViLLE δοκιμάστηκε εκτενώς στα φινλανδικά ενιαία σχολεία για να παρέχει στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές το απαραίτητο υλικό εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η ομάδα του ViLLE παρείχε, επίσης, κατάρτιση μέσω βιντεοδιάσκεψης, για να είναι σίγουρο ότι δίνονταν στους εκπαιδευτικούς όλες οι απαραίτητες πληροφορίες.

Ο αριθμός των χρηστών του ViLLE και των εργασιών που ολοκληρώθηκαν στην εκπαιδευτική πλατφόρμα του ViLLE τετραπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας την άνοιξη του 2020. Κατά τη διάρκεια της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, ορισμένοι εκπαιδευτικοί χρησιμοποίησαν το ViLLE τόσο για να προσφέρουν εκπαιδευτικό υλικό όσο και για να διενεργήσουν διαμορφωτική αξιολόγηση. Αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα τους εκπαιδευτικούς ήταν να λαμβάνουν ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τη μάθηση των παιδιών και να προσαρμόζουν το επίπεδο δυσκολίας των εργασιών που ανέθεταν μέσω του ViLLE, ώστε να ανταποκρίνονται στο επίπεδο δεξιοτήτων κάθε μαθητή.

Έρευνες έδειξαν ότι τα φινλανδικά σχολεία είχαν ήδη υιοθετήσει το Microsoft Office 365 ή/και το Google G Suite που μαζί με το σύστημα διαχείρισης μαθητών Wilma παρείχαν όλα τα απαραίτητα περιβάλλοντα ψηφιακής εκμάθησης, βιντεοδιασκέψεις και εργαλεία ψηφιακού χαρτοφυλακίου. Επιπλέον, τα σχολεία χρησιμοποίησαν το ViLLE για να παράσχουν ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό στους μαθητές, το οποίο προσέφερε, επίσης, στους εκπαιδευτικούς ικανότητες διαμορφωτικής αξιολόγησης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οι εκπαιδευτικοί στη Φινλανδία, αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ανέφεραν ότι είχαν συστηματικά προβλήματα με τη διενέργεια αξιολόγησης κατά την εξ αποστάσεως εκπαίδευση. Στη Φινλανδία, οι εκπαιδευτικοί αναζήτησαν εργαλεία ψηφιακών εκπαιδευτικών παιχνιδιών, όπως το ViLLE, για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.

 

Έρευνα – Υποστήριξη γονέων και εκπαιδευτικών για διαδικτυακή μάθηση κατά τη διάρκεια της έκτακτης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης

Σε έκθεση του ΟΟΣΑ του 2020 (στα αγγλικά), σχετικά με την ενίσχυση της διαδικτυακής μάθησης κατά τη διάρκεια της κρίσης λόγω της πανδημίας COVID-19, υπογραμμίστηκε ότι η στάση και οι τάσεις των μαθητών επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη συναισθηματική υποστήριξη των γονέων και τον ενθουσιασμό των εκπαιδευτικών, μεταξύ άλλων, και για τη διαδικτυακή μάθηση. Ωστόσο, ορισμένες οικογένειες και εκπαιδευτικοί δυσκολεύτηκαν πολύ να παράσχουν στήριξη κατά τη διάρκεια της κρίσης λόγω της πανδημίας COVID-19, λόγω έλλειψης χρόνου, ανεπαρκών ψηφιακών δεξιοτήτων ή έλλειψης κατάλληλων κατευθυντήριων γραμμών στα προγράμματα σπουδών. Έτσι, η έκτακτη τηλεκπαίδευση κατά τη διάρκεια της κρίσης λόγω της COVID αποκάλυψε την ανάγκη να καταστεί στόχος η υποστήριξη των γονέων και των εκπαιδευτικών, ώστε να διασφαλιστεί ότι διαθέτουν σύγχρονες ψηφιακές δεξιότητες.

Συμπέρασμα

Εν ολίγοις, είναι υψίστης σημασίας οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές να συμμετέχουν στην υιοθέτηση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας στα σχολεία. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να:

  • Παραμείνει η διαδικασία δημοκρατική και συμμετοχική.
  • Διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε τεχνολογία και αν εφαρμόζεται είναι απαραίτητη στους χρήστες.
  • Διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή είναι μακροχρόνια, αποκτά ευρύ κοινό και το προϊόν διαδίδεται σε ολόκληρο τον εκπαιδευτικό τομέα.

Βελτιώνεται περαιτέρω η κατανόηση, αν η κατάρτιση παρέχεται στο σχολείο όπου θα γίνει η εφαρμογή και όπου βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί που πραγματικά χρειάζονται την κατάρτιση. Επιπλέον, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται οι συσκευές των σχολείων, οι ίδιες ακριβώς συσκευές που θα χρησιμοποιούνται για την ψηφιακή πλατφόρμα, επειδή η χρήση τους αυτή μπορεί να αποκαλύψει τυχόν τεχνικά προβλήματα λόγω των συσκευών. Η χρήση των συσκευών των σχολείων μπορεί, επίσης, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών στη χρήση της τεχνολογίας μετά την κατάρτιση χάρη στην εξοικείωση με το γενικό πλαίσιο.

Τέλος, έρευνες έχουν δείξει ότι οι εκπαιδευτικοί εκτιμούν ιδιαίτερα την κατάρτιση που παρέχεται από άλλους εκπαιδευτικούς, και για αυτό η εφαρμογή και η κατάρτιση πρέπει να περιλαμβάνουν και άλλους εκπαιδευτικούς ως εκπαιδευτές. Μια δημοφιλής προσέγγιση είναι, επίσης, η κατάρτιση 1 έως 3 εκπαιδευτικών σε ένα σχολείο, οι οποίοι στη συνέχεια μεταδίδουν τη γνώση της χρήσης της ψηφιακής πλατφόρμας και μπορούν να εκπαιδεύουν άλλους εκπαιδευτικούς.